Κάθε φορά που δουλεύω με παιδιά προσχολικής ηλικία και γονείς ταυτόχρονα, παρατηρώ το εξής: Είναι αδιάλειπτη, συνεχής, επίμονη και για μένα προβληματική η προσπάθεια των ενηλίκων να παρεμβαίνουν στη σκέψη - νοητική ροή των παιδιών. Ίσως φαίνεται υπερβολικό αυτό που λέω, αλλά έχω εκατοντάδες μπορεί και χιλιάδες παραδείγματα. Τα παραδείγματα δεν είναι επιχειρήματα, αλλά τουλάχιστον μπορεί να είναι αφετηρία για να τεθεί ένας προβληματισμός που πιστεύω ότι συνδέεται με την λανθασμένη ιδέα που έχουμε οι περισσότεροι, ότι μεγαλώνουμε τα παιδιά μας με ενσυναίσθηση και ανθρωποκεντρική θεώρηση.
Συναντώ και δουλεύω-παίζω με γονείς και παιδιά για διάφορους λόγους (εργαστήρια τεχνών, δημιουργικό παιχνίδι κλπ) οι οποίοι δεν έχουν σημασία, γιατί το θέμα είναι άλλο. Το θέμα -πρόβλημα είναι ότι οι ενήλικες συνοδοί, γονείς, θείοι, νονοί δεν αφήνουν σε ησυχία τα παιδιά. Διαρκώς τους λένε που να κοιτάξουν, τι να πουν, τι να μην πουν, τι να κάνουν, τι να μην κάνουν, με ποιον να παίξουν, που να σταθούν. Η μεγάλη φασαρία των ενηλίκων: " Αχ κοίτα ένα κοριτσάκι, πήγαινε μίλα του" "Πάρε κι εσύ ένα παιχνίδι" Κάθισε στο μαξιλάρι" "Μην τρως το δάχτυλό σου" "Πες πώς σε λένε" "Πες καλημέρα" Παράλληλα ή λίγο αργότερα αρχίζουν οι παράξενες ερωτήσεις: "Σου αρέσει εδώ;" "Γιατί κλαις;" "Πεινάς;" "Γιατί σηκώνεσαι;" "Γιατί νυστάζεις;" "Γιατί βγάζεις το παπούτσι σου;"
Η καταιγισμός οδηγιών και ερωτήσεων από τους ενήλικες προς τα παιδιά κατά τη διάρκεια δράσεων, που επέλεξαν οι ενήλικες για να βιώσουν τα παιδιά τους δημιουργικά ερεθίσματα σκέψης και δράσης, με οδήγησαν στο να έχω ως βασικό στόχο των παιχνιδιών το να αφήνουν οι ενήλικες τα παιδιά στην ησυχία τους. Γιατί, πώς μπορεί ένας άνθρωπος 2 ετών να επεξεργαστεί και να βιώσει ελεύθερα τα ερεθίσματα που του δίνονται όταν διαρκώς δέχεται μια οδηγία ή ερώτηση;
Τις προάλλες είχα φτιάξει κάτι παιχνίδια με χαρτοταινίες και είπα σε έναν άνθρωπο περί των 3 ετών να κρατήσει τη μια άκρη της. Μαζί του ήταν και οι 2 γονείς. Ο άνθρωπος απλώνει το χέρι με πρόθεση να πάρει το αντικείμενο και ταυτόχρονα και οι 2 γονείς του έδωσαν την ίδια οδηγία με μένα: " Πάρε τη χαρτοταινία" Η μαμά πρόσθεσε ".. που σου δίνει η κυρία." ο άνθρωπος τράβηξε το χέρι του και το σώμα του μακριά από την χαρτοταινία, άλλαξε η μούρη του και εγώ είπα ότι δεν είμαι κυρία. Ψάχνω πάντα τρόπους ν' απασχολώ τους γονείς ώστε τα παιδιά να κάνουν ανενόχλητα τις δουλειές τους οι οποίες μεταξύ άλλων είναι οι εξής: Να ερευνούν, να συνδυάζουν, να διαλύουν, να επανασυνθέτουν, να μιμούνται, να επικοινωνούν μη λεκτικά, να διαμαρτύρονται, να κλαίνε χωρίς κατανοητό από μας λόγο, ν΄ αλλάζουν θέσεις, ν αδιαφορούν για οδηγίες, να νιώθουν.
Τις παραπάνω δουλειές αλλά και άλλες τις κάνουν οι άνθρωποι προσχολικής ηλικίας σε συνδυασμό. Δηλαδή μπορεί να ουρλιάζουν και να κλαίνε γοερά ενώ ταυτόχρονα να χαρτογραφούν και να αφουγκράζονται προσωπικότητες και διαθέσεις τρίτων προσώπων. Μπορεί να παρατηρούν τη δράση για ένα συναχωμένο ουράνιο τόξο και ταυτόχρονα να φαντάζονται δεκάδες άλλες εικόνες και δράσεις. Έτσι είναι αυτή η ηλικία. Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν έχει την ταχύτητα και τη δυναμική ανάπτυξης από αυτή που έχει ως τα 5-6 χρόνια.
Τι γίνεται όμως όταν παρεμβαίνουμε διαρκώς και χωρίς λόγο στη σκέψη των παιδιών μας σε ηλικία που ο μηχανισμός αντίληψής τους είναι υπό διαρκή εξέλιξη, ανάπτυξη και διαμόρφωση; Δεν ξέρω να απαντήσω τι γίνεται, αλλά θα κάνω μια υπόθεση με ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος 2-3 ετών παρατηρεί, στα πλαίσια μιας θεατρικής δράσης, να πέφτουν δεκάδες πολύχρωμα και διαφορετικού μεγέθους μπαλάκια από κάπου ψηλά και το ευχαριστιέται και σκέφτεται και νιώθει διάφορα και του λέει η μαμά του να κοιτάξει τη ροζ τεράστια μπάλα και την κοιτάζει και φεύγει από την εικόνα που είχε επιλέξει ο ίδιος να επικεντρωθεί και μετά πέφτουν 100δες χρωματιστές κορδέλες από ψηλά και πάλι αυτός το απολαμβάνει αλλά πάλι η μαμά βρίσκει κάτι άλλο πιο απολαυστικό και του λέει να το κοιτάξει. Ας υποθέσουμε ότι σε αυτή τη 40λεπτη δράση που έχει 20 διαφορετικές εικόνες, ειδικά σχεδιασμένες για να ισορροπούν και να υποστηρίζουν την ταχύτατη σκέψη των παιδιών, η μαμά παρέμβει 20 φορές για να δείξει στο παιδί της κάτι άλλο από αυτό που το ίδιο επέλεξε, τότε είμαστε σίγουροι ότι το παιδί είδε υπό την προσωπική του οπτική τις 20 διαφορετικές εικόνες; Είδε όλα όσα ήθελε να δει ή όλα όσα η μαμά του ήθελε να δει;
Το παράδειγμα είναι αληθινό και η συγκεκριμένη μαμά είναι πολύ καλή μαμά. Όλοι οι γονείς έχουν καλή πρόθεση και θέλουν να κάνουν ό,τι καλύτερο για τα παιδιά τους. Πολύ συχνά όμως αναρωτιέμαι, γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί διαρκώς τους δίνουν οδηγίες και κάνουν ερωτήσεις; Γιατί διαρκώς παρεμβαίνουν στις πολύτιμες νοητικές τους διεργασίες; Πάλι δεν ξέρω να απαντήσω. Υποθέτω ότι άλλοι το κάνουν από ασυνείδητη αίσθηση ανεπάρκειας, άλλοι ίσως γιατί είναι εγωκεντρικοί, άλλοι για να καλύψουν την προσωπική τους αμηχανία. Πραγματικά δεν ξέρω αλλά και δε με αφορά το συγκεκριμένο γιατί.
Αυτό που με αφορά είναι να προτείνω τρόπους μετριασμού αυτών των παρεμβάσεων οι οποίες μπορεί να είναι και πολύ θετικές τελικά. Αν όμως κρίνω από το τι κόσμο έχουμε φτιάξει ως τώρα εμείς για τα παιδιά μας νομίζω ότι δεν είμαστε σε θέση να τους ορίζουμε το που θα κοιτάξουν. Πιθανότατα αυτά να ξέρουν καλύτερα από μας και αν τους επιτρέψουμε, να στραφούν σε καλύτερη, πιο δημιουργική, πιο ευτυχισμένη κατεύθυνση από τη δική μας.
Ένας τρόπος για να μετριαστούν οι αχρείαστες παρεμβάσεις είναι να καταλάβουμε ποιες είναι αχρείαστες. Η κατανόηση αυτή συνδέεται με τη συνειδητότητα του ρόλου του γονέα. Ο γονέας είναι ο άνθρωπος που φροντίζει και αγαπά το παιδί του σε κάθε περίπτωση. Ο γονέας δεν είναι παιδαγωγός, ψυχίατρος, performer, σεφ, φωτογράφος. Τα τελευταία χρόνια η έννοια της φροντίδας μπλέκεται με τα παραπάνω επαγγέλματα και με άλλα. Έτσι δεν αρκεί στον σύγχρονο γονέα η οδηγία του ερμηνευτή προς το παιδί να κρατήσει τη χαρτοταινία, γιατί πρέπει να είναι και ο ίδιος ερμηνευτής, να λέει το κείμενο και χωρίς πρόβα μάλιστα. Επομένως πρέπει πρώτα ο ενήλικας φροντιστής να καταλάβει ποια είναι η δουλειά του. Η συνειδητότητα αυτή δίνει αέρα και ελευθερία στη σχέση μεταξύ παιδιού και γονιού. Αφού το παιδί είναι εκεί για να παίξει με έναν επαγγελματία, να δεχτεί ερεθίσματα ενεργοποίησης της αντίληψης αστο να παίξει όπως του' ρθει. Μην παρεμβαίνεις.
Ένας άλλος τρόπος για να περιορίσουμε τις αχρείαστες παρεμβάσεις είναι να προσπαθούμε να μπαίνουμε στη θέση του παιδιού μας. Να σκεφτόμαστε αν θα μας άρεσε να μας λέει κάποιος σε ποιον να μιλήσομε, τι να του πούμε, πώς να νιώσουμε, που να κοιτάξουμε κλπ. Κανείς μας δε θέλει αυτό το ανυπόφορο πράγμα. Κι αν υπάρχει κάποιος που το θέλει να κάνει κάτι για να μην το θέλει. Οι άνθρωποι ως 4-5 ετών διαμορφώνουν τις λογικές και συναισθηματικές τους δομές βάσει των επιρροών που δέχονται από το περιβάλλον τους. Ένας άνθρωπος 2 ετών δεν ξέρει ότι ότι χάνει τον ειρμό του όταν του λένε που να κοιτάξει. Το κάνει, όταν του το λέει η μαμά, αλλά η μαμά πράγματι θέλει να μεγαλώνει ένα παιδί που κοιτάζει εκεί που του λένε οι άλλοι; Επομένως αν σκεφτούμε αυτά μπαίνοντας ταυτόχρονα στη θέση του, κάτι πιο ελεύθερο και παιδοκεντρικό μπορεί να γίνει.
Έναν τρίτο και τελευταίο τρόπο που προτείνω για να καταλάβουμε και να ελέγξουμε τις αχρείαστες παρεμβάσεις μας είναι να στραφούμε προς την προσωπική μας εξέλιξη και όχι προς την εξέλιξη των παιδιών μας. Κάθε γονέας έχει πολλά να διορθώσει και να βελτιώσει. Γιατί πρέπει να διορθώσουμε ή έστω να καταλάβουμε μέσω του παιδιού, γιατί δε θέλει να παίξει με άλλα παιδιά; Και εννοώ μέσω του παιδιού βάσει της διάσημης ερώτησης: "Γιατί δεν παίζεις με τα παιδάκια;" Θα ήθελα με έναν μαγικό τρόπο να βάζω τα παιδιά να τους απαντάνε τα εξής: "Γιατί βιώνω αναπτυξιακά την πιο εγωκεντρική φάση της ζωής μου και θέλω να γυρνάνε όλα γύρω από μένα και ίσως να έχω και ελαφρύ αυτισμό."
Που να ξέρει το παιδί αυτής της ηλικίας γιατί δεν έχει όρεξη να παίξει;;; Αλλά ακόμα κι αν ξέρει, μπορεί να το εκφράσει αφού ο λόγος του ακόμα είναι σε άλλη φάση απ' τη σύνταξη ψυχολογικών - συναισθηματικών προτάσεων και εξηγήσεων. Αν όμως ο γονιός επικεντρωθεί στο να διορθώσει δικές του ελλείψεις και αυτό το "γιατί δεν παίζεις με τα παιδάκια;" γίνει ερώτηση προσωπικού ενδιαφέροντος τότε και θ' αφήσει το παιδί στην ησυχία του και θα αυτοβελτιωθεί. Κ δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο για ένα παιδί από έναν γονέα που προσπαθεί ο ίδιος να γίνει καλύτερος άνθρωπος και όχι το παιδί του.
Ζούμε σε μια εποχή πολιτισμικού επαναπροσδιορισμού. Όλα είναι ρευστά, όλα αλλάζουν με ταχύτητα φωτός. Τα παιδιά γεννιούνται με ανάλογα προσόντα ώστε να μπορούν να επεξεργαστούν τις ταχύτητες της νέας εποχής. Γι' αυτό χρειάζεται να τα εμπιστευτούμε και να τα σεβαστούμε όσο ποτέ άλλοτε. Παρόλο που η έννοια της ενσυναίσθησης ακούγεται και προβάλλεται η εφαρμογή της βρίσκει εμπόδια σοβαρά. Και το λέω αυτό με τόση ευθύνη όση μου επιτρέπεται να έχω μετά από σχεδόν 30 χρόνια που δουλεύω αδιάλειπτα με παιδιά και γονείς.
Η έννοια της ενσυναίσθησης σε σχέσεις παιδιού - ενήλικα προβάλλει τη σημασία σεβασμού και αποδοχής όλων των αναπτυξιακών αναγκών του παιδιού. Δε συνδέεται με όσα εμείς θεωρούμε σημαντικά, όμορφα, δημιουργικά αλλά με όσα το παιδί θεωρεί την ώρα που χτίζει τον προσωπικό του μηχανισμό αντίληψης, δηλαδή όταν είναι πολύ μικρός άνθρωπος. Και που ξέρουμε τι θεωρεί όμορφο, σημαντικό κλπ το παιδί μας που είναι μόλις 2 ετών; Δεν ξέρουμε, γι' αυτό πρέπει να μάθουμε. Και μαθαίνουμε όταν παρατηρούμε. Και μπορούμε να παρατηρήσουμε αποδοτικά όταν δεν σχολιάζουμε, δε συγκρίνουμε, δεν υποθέτουμε ή έστω αν τα κάνουμε αυτά, τα κάνουμε σιωπηλά.
Τα παιδιά αυτών των ηλικιών είναι υπέρ ταλέντα αφού μπορούν να εκφράσουν άπειρα πράγματα χωρίς να πουν ούτε μια λέξη. Το βλέμμα τους, η κίνησή τους, οι εκφράσεις τους καθρεφτίζουν ξεκάθαρα τις διαθέσεις και τις ανάγκες τους. Είναι εξαιρετικά ειλικρινείς, σοβαροί και καθαροί άνθρωποι. Λένε ακριβώς τι χρειάζονται. Το θέμα είναι αν είμαστε σε θέση , αν θέλουμε ν΄ ακούσουμε τα παιδιά. Οι πράξεις μας σε πολιτισμικό-εκπαιδευτικό πλαίσιο δείχνουν πως όχι. Ότι δηλαδή δε θέλουμε ν΄ ακούσουμε τα παιδιά. Θα το εξηγήσω άλλη στιγμή αυτό, γιατί θα ήθελα να κλείσω αισιόδοξα.
Θέλω να κλείσω αισιόδοξα γιατί θαυμάζω πολύ τους ανθρώπους προσχολικής ηλικίας και πιστεύω πολύ στις άπειρες δυνατότητές τους. Ειδικά τα παιδιά της νέας γενιάς είναι ιδιαίτερα απαιτητικά, τολμούν και διεκδικούν με ποικίλους και ευφάνταστους τρόπους τον χώρο και την ελευθερία τους. Ας υποστηρίξουμε λοιπόν με τη δέουσα σοβαρότητα και ενσυναίσθηση αυτούς τους ταλαντούχους, υπέροχους ανθρώπους.
Βρεφονηπιαγωγός κατά κύριο λόγο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου